χρόνος

χρόνος
χρόνος (-ος, -ου, -ῳ, -ον.)
1 time, cf. Fränkel, W&F, 20ff.; van Leeuwen, 73—5.
a moment

δευτέρῳ χρόνῳ O. 1.43

ἄλλῳ χρόνῳ O. 2.37

χρόνῳ ὑστέρῳP. 4.55

ἀλλ' ἔσται χρόνος οὗτος, ὃ καί τιν ἀελπτίᾳ βαλὼν ἔμπαλιν γνώμας τὸ μὲν δώσει, τὸ δ οὔπω P. 12.30

b (period of) time

εἴη σέ τε τοῦτον ὑψοῦ χρόνον πατεῖν O. 1.115

παρὰ τὸν ἁλικίας ἐοικότα χρόνονO. 4.27

ὁ δ' ἐπαντέλλων χρόνος τοῦτο πράσσων μὴ κάμοι O. 8.28

ἕκαθεν γὰρ ἐπελθὼν ὁ μέλλων χρόνος O. 10.7

κεῖνον κατὰ χρόνον O. 10.102

ἐν μικρῷ χρόνῳ O. 12.12

τὸν προσέρποντα χρόνον P. 1.57

Μολοσσίᾳ δ' ἐμβασίλευεν ὀλίγον χρόνον N. 7.39

ὥριον ποτὶ χρόνον Pae. 3.14

ἐν ζαθέῳ με δέξαι χρόνῳ (at the Delphic Theoxenia) Πα. . . ]αι κείνῳ χρόνῳ Δ. 4. d. 1. ἦν διακρῖναι ἰδόντ' λτ;οὐγτ; πολλὸς ἐν καιρῷ χρόνος” fr. 168. 6.
c time, course of time

τὸν ὅλον ἀμφὶ χρόνον O. 2.30

ἐν παντὶ χρόνῳ O. 6.36

χρόνῳ σύμπαντι O. 6.56

μὴ θράσσοι χρόνος ὄλβον ἐφέρπων O. 6.97

ἐν δὲ μιᾷ μοίρᾳ χρόνου O. 7.94

χρόνον ἅπαντα O. 13.26

ὁ πᾶς χρόνος P. 1.46

μὴ φθινοπωρὶς ἀνέμων χειμερία κατὰ πνοὰ δαμαλίζοι χρόνον season P. 5.121 ἀγχομένοις δὲ χρόνος ψυχὰς ἀπέπνευσεν μελέων ἀφάτων (v. Gerber, TAPA, 1962, 30—3) N. 1.46

αὐτὸν μὰν ἐν εἰρήνᾳ τὸν ἅπαντα χρόνο̄ν ἐν σχερῷ ἡσυχίαν λαχόντ N. 1.69

ἑξέτης τὸ πρῶτον, ὅλον δ' ἔπειτ ἂν χρόνον N. 3.49

εὖ οἶδ' ὅτι χρόνος ἕρπων πεπρωμέναν (sc. ἀρετάν)

τελέσει N. 4.43

ὁ δὲ λοιπὸς εὔφρων ποτὶ χρόνος ἕρποι N. 7.68

οὐχ ὁμῶς πάντα χρόνον θάλλων ὁμιλεῖ I. 3.6

κλέονται μυρίον χρόνον I. 5.28

μή μοι μέγας ἕρπων κάμοι ἐξοπίσω χρόνος ἔμπεδος Pae. 2.27

ἂν εὐχοίμαν γένει εὐτυχίαν τετάσθαι ὁμαλὸν χρόνον Παρθ. 1. 1. ἐς δὲ τὸν λοιπὸν χρόνον fr. 133. 5. esp., χρόνῳ, ἐν χρόνῳ, in course of time, cf. P. 4.55,

χρόνῳ μὲν φάνεν O. 10.85

ἐν δ' αὖτε χρόνῳ P. 3.96

ὁ δ' ἦρα χρόνῳ ἵκετ P. 4.78

τάν ποτε Καλλίσταν ἀπῴκησαν χρόνῳ νᾶσον (Boeckh: ἅν ποτε codd.: ἔν ποτε Chaeris) P. 4.258

ἐν δὲ χρόνῳ P. 4.291

βία δὲ καὶ μεγάλαυχον ἔσφαλεν ἐν χρόνῳ P. 8.15

θάνεν μὲν αὐτὸς ἥρως Ἀτρείδας ἵκων χρόνῳ κλυταῖς ἐν Ἀμύκλαις P. 11.32

ἐν χρόνῳ δ' ἔγεντ Ἀπόλλων fr. 33b. (= fr. 147 Schr.) λάμπει δὲ χρόνῳ ἔργα μετ' αἰθέῤ ἀερθέντα fr. 227.
d pro pers.

Χρόνος, ὁ πάντων πατὴρ O. 2.17

ὅ τ' ἐξελέγχων μόνος ἀλάθειαν ἐτήτυμον Χρόνος O. 10.55

ἄνακτα τὸν πάντων ὑπερβάλλοντα Χρόνον μακάρων fr. 33. ἀνδρῶν δικαίων Χρόνος σωτὴρ ἄριστος fr. 159.
e frag. ]

ν χρόνον ὀρνύει Pae. 4.11


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • χρόνος — time masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρόνος — I Κατά την αρχαία ελληνική μυθολογία, ο X. ήταν θεότητα που προσωποποιούσε την αιωνιότητα. Πρώτος ο Φερεκύδης ανέφερε τον X. ως θεότητα. Οι Ορφικοί παραδέχονταν τον X. ως αρχή του κόσμου. Η θεοποίηση του X. παρατηρείται και στους ποιητές των… …   Dictionary of Greek

  • χρόνος — ο πληθ. χρόνοι και χρόνια 1. η διάρκεια ενός φαινομένου ή μιας κατάστασης. 2. η χρονική απόσταση μεταξύ δύο γεγονότων. 3. στον πληθ., χρόνοι χρονική περίοδος, εποχή: Στους αρχαίους χρόνους πολεμούσαν με τα κοντάρια και τα σπαθιά. 4. φρ., «οι… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Χρόνος γὰρ εὐμαρὴς θεός. — См. Перемелется все мука будет …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ημιζωής, χρόνος — Ο χρόνος κατά τον οποίο ο αριθμός των πυρήνων που διασπώνται ελαττώνεται στο μισό. Η ραδιενέργεια ενός δείγματος που περιέχει αρκετούς πυρήνες έχει, επομένως, απεριόριστη διάρκεια από θεωρητική άποψη, αλλά ελαττώνεται πολύ γρήγορα με τον αριθμό… …   Dictionary of Greek

  • Πάντ’ ἀναπτύσσει χρόνος. — См. Как ни крыться, а будет повиниться …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • μέσος χρόνος ζωής — Έτσι ονομάζεται στην επιστήμη της φυσικής η μέση χρονική διάρκεια, κατά την οποία υπάρχει ένας ασταθής πυρήνας, προτού διασπαστεί. Όλοι οι πυρήνες ενός ραδιενεργού σώματος δεν διασπώνται στον ίδιο χρόνο, αλλά η διάσπασή τους ακολουθεί έναν… …   Dictionary of Greek

  • αόριστος — Χρόνος ρήματος που φανερώνει πως εκείνο που σημαίνει το ρήμα έγινε στο παρελθόν. Είναι χρόνος στιγμιαίος, ενώ υπάρχει ενεργητικός, παθητικός και δεύτερος παθητικός. Λέγεται και αρχικός χρόνος, γιατί από το θέμα του σχηματίζονται οι στιγμιαίοι… …   Dictionary of Greek

  • χρόνω — χρόνος time masc nom/voc/acc dual χρόνος time masc gen sg (doric aeolic) χρονόω make temporal pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) χρονόω make temporal imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Хрон — (Χρόνος) абсолютное время в орфической космогонии: одно из мировых начал, упоминаемое древнейшим греческим теологом Ферекидом Сирским (около 600 г. до Р. Хр.), наряду с Зевсом (принцип жизни) и Хтонией (земное начало). Из семени X., по Ферекиду,… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • χρόνε — χρόνος time masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”